πρόπαλαι


πρόπαλαι
Α
επίρρ. προ πολλού, από πολύ παλιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ-* + πάλαι «προ πολλού, τον παλιό καιρό»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πρόπαλαι — very long ago indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προπάλαι — προπά̱λαῑ , πρό πάλλω poise aor opt act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκάπαλαι — επίρρ. (Α) πριν από πάρα πολύ καιρό («δεκάπαλαί γε καὶ δωδεκάπαλαι καὶ χιλιόπαλαι καὶ πρόπαλαι πάλαι πάλαι», Αριστ. Ιπ.) [ΕΤΥΜΟΛ. < δέκα + πάλαι] …   Dictionary of Greek

  • προ- — α συνθετικό πολλών λ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην πρόθεση πρό. Το προ συντίθεται με ονόματα, ρήματα και, σπανιότερα, με επιρρήματα και προσδίδει βασικά τη σημ. τής προτεραιότητας ως προς τον τόπο, τον χρόνο ή την τάξη …   Dictionary of Greek

  • ՆԱԽԱՎԱՂ — ( ) NBH 2 0397 Chronological Sequence: Unknown date, 6c, 9c մ. πρόπαλαι, πρῶτον dudum, jampridem, olim. Կարի վաղագոյն. ʼի վաղուց կանխաւ. վաղ ուրեմն. *Մակբայիցս՝ պարզք, վաղ, նախ. եւ ջոկադիրք են, վաղվաղ, նախավաղ. Թր. քեր.: *Զարթնլով իսկ, եւ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.